Με την μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική της η ελληνική κυβέρνηση έχει απωλέσει μεγάλο μέρος της διπλωματικής της αξιοπιστίας προς φίλους κι αντιπάλους. Το να θεωρείται η Ελλάδα “πυλώνας σταθερότητας” ενέχει θετικό πρόσημο ως έκφραση αλλά στην πραγματικότητα η έκφραση είναι συνώνυμη του να θεωρείται η χώρα “του χεριού” των ισχυρών συμμάχων-κηδεμόνων της. Η μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική συνεπάγεται εφησυχασμό, έλλειψη διπλωματικών πρωτοβουλιών με δημιουργικό αποτύπωμα για τα συμφέροντα της χώρας, νωθρότητα σκέψης και δράσης κι εν τέλει μείωση της αξιοπιστίας της. Συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι να θεωρείται η Ελλάδα καχεκτικός σύμμαχος και αξιολύπητος αντίπαλος. Πάντα ρει όμως.
Καθώς οι άνεμοι της παγκόσμιας γεωπολιτικής αλλαγής πνέουν ούριοι στην Μέση Ανατολή η πολεμική κατάσταση μεταξύ των ΗΠΑ-Ισραήλ και του Ιράν απαιτεί, με διακύβευμα την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα κυρίως, διπλωματικές πρωτοβουλίες εκτόνωσης της κρίσης, εκεχειρίας, ανακωχής και τελικά ειρήνευσης.
Σε αυτό το πλαίσιο σημαντικός είναι ο ρόλος των χωρών εκείνων οι οποίες είναι σε θέση να διαδραματίσουν εποικοδομητικό και σωτήριο ρόλο για την ειρήνευση. Καθώς αυτές οι χώρες είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού η σημασία τους καθίσταται αντιληπτή. Με το Ομάν και το Πακιστάν ως μουσουλμανικές χώρες να έχουν σοβαρό διαμεσολαβητικό ρόλο έως τώρα οι εμπόλεμοι αναζητούν χώρες-διαμεσολαβητές για να διευρυνθεί ο κύκλος των ειρηνοποιών ενόψει των επόμενων φάσεων ειρήνευσης. Κι αυτό διότι σε κάθε φάση πολεμικής ανάπαυλας η εκάστοτε προηγούμενη διαμεσολαβήτρια χώρα χάνει μέρος της δυναμικής της λόγω της ανεπάρκειάς της να τερματίσει τον πόλεμο. Αυτό συνέβη με το Ομάν κι αναμένεται να συμβεί ενδεχομένως και με το Πακιστάν.
Έχοντας τα ανωτέρω υπόψη και κοιτώντας τον χάρτη δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ότι η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν ιδιαίτερη παράδοση καλών σχέσεων με το Ιράν παρά την μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική τους, ειδικά της Αθήνας, των τελευταίων χρόνων. Οι πρόσφατες ατυχείς δηλώσεις δε του κυρίου Μητσοτάκη ότι “δεν αισθάνεται κάποια συμπάθεια προς το καθεστώς του Ιράν” έχουν επιδεινώσει προσωρινά τις διμερείς σχέσεις χωρίς όμως να τις έχουν βλάψει. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο ιστορικό βάθος που έχουν οι ακμαίες ελληνο-ιρανικές σχέσεις τις οποίες κανένας περαστικός-σε σχέση με τις πολυχιλιετείς σχέσεις των δύο πολιτισμών και λαών-πρωθυπουργός δεν είναι σε θέση να ζημιώσει.
Όπως και να ‘χει αυτή την στιγμή η ελλαδική κυβέρνηση σε συνεργασία με την Κυπριακή έχουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία λόγω των συγκυριών να αναλάβουν διπλωματική πρωτοβουλία ειρήνευσης στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής ενισχύοντας την ομάδα των ειρηνοποιών του Ομάν και του Πακιστάν. Λόγω της γεωγραφικής τους εγγύτητας και των πολιτιστικών σχέσεων με το Ιράν καθώς και της συμμαχικής τους σχέσης με τις ΗΠΑ η Ελλάδα και η Κύπρος είναι επιθυμητοί διαμεσολαβητές και για τους δύο εμπολέμους. Βασική προϋπόθεση όμως για να γίνει δεκτή από το Ιράν μία τέτοια πρωτοβουλία είναι μια διορθωτική δήλωση της Ελλάδας για την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση στο Ιράν επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου. Ίσως εν τέλει το Μαξίμου πρέπει να δει μια τέτοια ειρηνευτική πρωτοβουλία με συνομιλίες σε Αθήνα και Λευκωσία ως κολυμβήθρα εξαγνισμού του ιδίου για τις αμαρτίες της μονοδιάστατης εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας έως τώρα. Ποτέ δεν είναι αργά…